απόλυτος

απόλυτος
Ο αδέσμευτος, o ανεξάρτητος, ο απεριόριστος, ο ελεύθερος. Α. λέγεται επίσης και ο ολοκληρωτικός, o αυθύπαρκτος. (Γεωλ.)α. ηλικία πετρώματος. Η σχετικά ακριβής ηλικία σχηματισμού ενός πετρώματος η οποία μετριέται με τη βοήθεια νόμων της φυσικής και της χημείας. Διαφέρει από τη σχετική ηλικία, η οποία ορίζεται με βάση τη διαίρεση της ιστορίας της Γης σε γεωλογικούς αιώνες, περιόδους, υποπεριόδους κλπ., και γίνεται κυρίως με τη βοήθεια των απολιθωμάτων. (Γραμμ.) α. αριθμητικά. Αυτά που φανερώνουν απλώς τους αριθμούς (π.χ. ένα, εκατό, χίλια κλπ.). (Μαθημ.) α. γεωμετρία. To σύνολο των γεωμετρικών προτάσεων οι οποίες δεν εξαρτώνται από το αξίωμα των παραλλήλων, δηλαδή των προτάσεων που είναι κοινές τόσο στην ευκλείδεια γεωμετρία όσο και στη γεωμετρία του Λομπατσέφσκι. α. όρος. Ο όρος που περιέχει σε μια εξίσωση μόνο γνωστά μεγέθη, π.χ. στην εξίσωση ax3 + βx2 + δ + ε = 0, ο όρος (δ + ε) είναι ο α. α. σύγκλιση (σειρών και ολοκληρωμάτων). Μία σειρά Σαη λέγεται απόλυτα συγκλίνουσα αν η σειρά των α. τιμών των όρων της (Σ |αn|) συγκλίνει, ενώ η σειρά Σ |αn| λέγεται κατά συνθήκη συγκλίνουσα όταν αυτή η ίδια συγκλίνει, αλλά η Σ |αn| αποκλίνει. Οι α. συγκλίνουσες σειρές έχουν ιδιότητες ανάλογες προς τις ιδιότητες των κοινών αθροισμάτων. Η α. σύγκλιση μιας σειράς με άθροισμα 5 έχει ως συνέπεια και τη σύγκλιση της ίδιας της σειράς και κάθε διάταξη των όρων της συγκλίνει, επίσης απόλυτα και έχει άθροισμα s. Ανάλογα ορίζεται και η α. σύγκλιση των ολοκληρωμάτων. Αν υποτεθεί ότι το α αυξάνεται μονότονα στο διάστημα [α,+∞] και η πραγματική συνάρτηση f έχει πεδίο τιμών Α και πεδίο ορισμού το κλειστό διάστημα [α,β] για κάθε ≠ α, τότε το ολοκλήρωμα συγκλίνει απόλυτα αν συγκλίνει το ολοκλήρωμα ενώ το συγκλίνει κατά συνθήκη, όπως λέγεται όταν το αποκλίνει, αλλά αυτό το ίδιο συγκλίνει. α. σφάλμα. Ορίζεται ως α. σφάλμα ενός αριθμού x η α. διαφορά της αληθινής τιμής του x, που υποτίθεται ότι είναι γνωστή και μιας δεδομένης προσεγγιστικής τιμής του . Αν η διαφορά συμβολιστεί με εx, τότε το α. σφάλμα του x είναι ίσο με x- =|εx| . Για αριθμούς κοντά στη μονάδα, είναι φανερό ότι το α. σφάλμα και το σχετικό σφάλμα είναι σχεδόν ίσα. Ένα βασικό πρόβλημα της αριθμητικής ανάλυσης είναι o έλεγχος του σφάλματος στους διάφορους αριθμητικούς υπολογισμούς. Για παράδειγμα, η αφαίρεση δύο σχεδόν ίσων αριθμών είναι μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίπτωση, γιατί ακόμα και αν οι αριθμοί έχουν μικρά σφάλματα το σχετικό σφάλμα στη διαφορά αυτή μπορεί να είναι πολύ μεγάλο. Αν χ,ψ δύο αριθμοί και , αντίστοιχα δύο προσεγγίσεις τους, τότε οι τύποι για τη μετάδοση του σφάλματος σε καθεμία από τις τέσσερις βασικές πράξεις είναι: α) πρόσθεση |εx + εψ| = |εx + εψ| β) αφαίρεση: |εx-ψ| = |εx - εψ| γ) πολλαπλασιασμός: δ) διαίρεση: α. τιμή ή α. μέτρο. Αν ένας πραγματικός αριθμός είναι θετικός, τότε η α. τιμή του είναι ο ίδιος ο αριθμός, αν είναι αρνητικός τότε η α. τιμή του είναι ο αντίστοιχος θετικός αριθμός και αν είναι μηδέν η α. τιμή του είναι το μηδέν (π.χ. |8| = |-8|, |0| = 0). Η α. τιμή (norm) ενός μιγαδικού αριθμού x + iψ (όταν χ,ψ πραγματικοί και i = √-1 ισούται με: +√x2 + y 2 (π.χ. | 3 + 4i | = 5, |i| = |-i| = 1). (Μετρ.) α. σύστημα μονάδων. Σύστημα στο οποίο όλες οι μονάδες μέτρησης προκύπτουν από την επιλογή τριών ή τεσσάρων θεμελιωδών μονάδων. Παραδείγματα α. συστήματος μονάδων είναι τα συστήματα CGS (μονάδα μήκους το εκατοστό, μάζας το γραμμάριο και χρόνου το δευτερόλεπτο), τα CGS-ηλεκτρομαγνητικό και CGS-ηλεκτροστατικό, το ΜΚΣΑ (μέτρο, χιλιόγραμμο, δευτερόλεπτο, αμπέρ) κ.ά. (Μηχαν.) α. κίνηση. Η κίνηση ενός σώματος σε σχέση με ένα σταθερό σύστημα αναφοράς, που μερικές φορές μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει χωρίς να προσδιορίζεται. α. χωρόχρονος. Σύστημα αναφοράς, στο οποίο πρέπει να ανάγονται όλες οι μετρήσεις, όπως υποστήριζε ο Νεύτωνας και πολλοί άλλοι φυσικοί του 18ου και 19ου αι. Ο α. χώρος αναφερόταν στις χωρικές συντεταγμένες που μετρούνταν σε σχέση με ένα προνομιακό αδρανειακό σύστημα το οποίο θεωρούσαν απόλυτα ακίνητο. Ο α. χρόνος έρεε ομοιόμορφα, ανεξάρτητα από την κίνηση του παρατηρητή σε σχέση με τον α. χώρο. Αν θεωρήσουμε ένα αδρανειακό σύστημα χψζ ακίνητο σε σχέση με το αδρανειακό σύστημα που έχει την αρχή του στον ήλιο και ένα σύστημα χ’ψ’ζ’ που κινείται με σταθερή ταχύτητα σε σχέση με το χψζ, τότε σε κάποια χρονική στιγμή t στο σύστημα χψζ θα αντιστοιχεί η χρονική στιγμή t’ στο σύστημα χ’ψ’ζ’ (υποτίθεται ότι τα ρολόγια και στα δύο συστήματα έδειχναν t = t’ = 0 τη στιγμή που οι αρχές των δύο συστημάτων συνέπιπταν). Η νευτώνεια πεποίθηση για την ύπαρξη του α. χρόνου οδηγεί στην εξίσωση t’ = t, που ήταν προφανής για τον Νεύτωνα και για πολλές μετέπειτα γενεές φυσικών, αλλά δεν ισχύει στην ειδική θεωρία της σχετικότητας. (Φιλοσ.) Η λέξη χρησιμοποιείται στο ουδέτερο: το α. σημαίνει το αδέσμευτο και απεριόριστο, το απολελυμένο. Ο αντίστοιχος λατινικός όρος absolutus παράγεται από το solutus ab...(λυμένος από...) και χρησιμοποιήθηκε για να υποδηλώσει καθετί που είναι αυτοτελές, ανεξάρτητο, αδέσμευτο. Κατά τα φαινόμενα, τον όρο χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ο Νικόλαος Κουζάνους, ο οποίος στο έργο του Περί της σοφής αμάθειας (De docta ignorantia) μιλά για την α. Δύναμη (absoluta potentia) και την α. μορφή (absoluta forma) αναφερόμενος στον Θεό. Στη νεότερη φιλοσοφία, η έννοια του α. συνδέεται με τη φιλοσοφική σκέψη του γερμανικού ιδεαλισμού, και κυρίως του Σέλινγκ. (Φυσ.) α. θερμοκρασία θερμοδυναμική θερμοκρασία. Θερμοκρασία που μετριέται με αρχή το α. μηδέν και με μονάδα το κέλβιν (το τριπλό σημείο του νερού βρίσκεται στους 273,16° κέλβιν). Η έννοια της α. θερμοκρασίας βασίζεται στο δεύτερο αξίωμα της θερμοδυναμικής και εισάχθηκε από τον Σκοτσέζο μαθηματικό και φυσικό Γουίλιαμ Τόμσον Κέλβιν το 1848. Η σύγχρονη α. θερμοκρασίας θεωρείται μια φυσική ποσότητα ανάλογα προς την ποσότητα f (Et), που είναι μία συνάρτηση της ενέργειας με την ιδιότητα f(0) = 0. α. μηδέν. Η αρχή της κλίμακας στην οποία μετριέται η α. θερμοκρασία και η χαμηλότερη θερμοκρασία που θεωρητικά μπορεί να επιτευχθεί. Θεωρείται το μηδέν της θερμοδυναμικής θερμοκρασίας (OK = -273,15°C, -459,67°F), γιατί στη θερμοκρασία αυτή η θερμική (τυχαία) κίνηση των ατόμων και των μορίων ενός υλικού είναι μηδενική (κατά την κλασική φυσική). Σύμφωνα όμως με την κβαντομηχανική, τα άτομα ή τα μόρια σε ένα κρυσταλλικό πλέγμα δεν αδρανούν εντελώς στη θερμοκρασία του α. μηδενός αλλά υφίστανται μηδενικές δονήσεις και έχουν ενέργεια που λέγεται μηδενική. Οι δονήσεις αυτές μπορεί να εμποδίσουν σε ορισμένα σώματα (ισότοπα του ηλίου 3He και 4He) τον σχηματισμό κρυσταλλικού πλέγματος στην περιοχή του α. μηδενός (όπως συμβαίνει σε όλα τα υλικά εξαιτίας της εξασθένισης της θερμικής κίνησης των μορίων). Η επίτευξη θερμοκρασίας ίσης με το α. μηδέν αποκλείεται από το τρίτο θερμοδυναμικό αξίωμα. Οισημερινές θερμοκρασίες που έχουν επιτευχθεί διαφέρουν από το α. μηδέν μόνο μερικά εκατομμυριοστά του βαθμού. α. μονάδα. Η μονάδα που καθορίζεται άμεσα από τις θεμελιώδεις μονάδες μήκους, μάζας και χρόνου. α. όργανο μετρήσεων. Όργανο που μετρά μια ποσότητα κατευθείαν σε α. μονάδες, χωρίς να είναι απαραίτητη προηγούμενη ρύθμιση. (Χημ.) α. αλκοόλη. Αιθυλική αλκοόλη που δεν περιέχει νερό. Είναι σώμα υγροσκοπικό με ειδικό βάρος 0,793 και σημείο βρασμού 78,39°C, ενώ η ακάθαρτη αλκοόλη (περιέχει τουλάχιστον 4,43% νερό) βράζει στους 78,15°C. Λαμβάνεται με απόσταξη από την ακάθαρτη αλκοόλη στην οποία έχει προστεθεί και βενζόλιο.
* * *
-ή, -ό (ἀπολυτός, -ή, -όν) [απολύω]
μσν.- νεοελλ.
ελεύθερος, αδέσμευτος
νεοελλ.
Ι. ανεπιτήρητος, απαρακολούθητος, ασύδοτος
II. το αρσ. ως ουσ.
1. η έξοδος των μελισσών από την κυψέλη
2. η αναβλάστηση κλαδιού ενός δέντρου
III. το ουδ. ως ουσ.
1. είδος λαϊκού τραγουδιού και χορού
2. ύφασμα με αραιή ύφανση
μσν.
(για οικισμό) ανοιχτός, ατείχιστος.
————————
-η, -ο (AM ἀπόλυτος, -ον) [απολύω]
αυτός που γίνεται αποδεκτός χωρίς όρους ή περιορισμούς και ισχύει χωρίς εξαιρέσεις
νεοελλ.
1. μη εξαρτώμενος από άλλον, πλήρης, ολοκληρωμένος, αυθύπαρκτος («απόλυτη ελευθερία», «απόλυτη εξουσία»)
2. αυτός που δεν δέχεται τροποποίηση των απόψεων ή των πεποιθήσεων του («δεν παίρνει κουβέντα, είναι απόλυτος»)
3. φρ. α) «απόλυτα αριθμητικά» — λέξεις που απλώς δηλώνουν τους αριθμούς (ένα, δύο, τρία κ.λπ.)
β) «απόλυτη σύνταξη» — μετοχές ή απαρέμφατα της αρχ. Ελληνικής που δεν βρίσκονται σε άμεση εξάρτηση από τους λοιπούς όρους της πρότασης
γ) «απόλυτη τιμή», «απόλυτη υγρασία»
αρχ.
αδέσμευτος, ελεύθερος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • ἀπόλυτος — loosed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απολυτός — ή, ό επίρρ. ά 1. λυμένος, αμολημένος: Πολλές φορές ξεχνούσε κι άφηνε απολυτό το σκύλο του. 2. το ουδ. ως ουσ., το απολυτό είδος λαϊκού τραγουδιού και χορού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απόλυτος — η, ο επίρρ. α 1. ελεύθερος, ανεξάρτητος, απεριόριστος: Η απόλυτη ελευθερία είναι κάτι το αδύνατο. 2. (φιλοσ.), το ουδ. ως ουσ., το απόλυτο το αυτοτελές, το τέλειο, το άπειρο, αυτό που υπάρχει μόνο για τον εαυτό του: Ο Θεός είναι το απόλυτο, όλα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπολύτως — ἀπόλυτος loosed adverbial ἀπόλυτος loosed masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπόλυτον — ἀπόλυτος loosed masc/fem acc sg ἀπόλυτος loosed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολύτοις — ἀπόλυτος loosed masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολύτου — ἀπόλυτος loosed masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολύτους — ἀπόλυτος loosed masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολύτων — ἀπόλυτος loosed masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολύτῳ — ἀπόλυτος loosed masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”